dengefseis

  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size

Παραμύθια του Νέστου

Τον έφαγε η αρκούδα!

perasmata 081Το νερό είναι υφασμάτινο, τα βουνά χρωματιστά και κατάφορτα παπαρούνες, ο ήλιος δύει, ο νερόμυλος αποτελείται από οντουλέ και η φτερωτή του είναι τρισδιάστατη, τα παιδιά μαζεύουν πέτρες να στολίσουν τα νερά και σύντομα αναζητούν (όχι όλα) λέξεις στα ελληνικά να τις τοποθετήσουν πάνω στη ζωγραφιά. Επιλέγουν τις εξής: αλλάζουμε, μουσική, πόλη, χαρίστε, δώρο, ζωντανός. Ας τις κάνουμε μια ιστορία…

- Ήρωα δεν έχει η ιστορία αυτή;
- Όχι. Ναι. Τον ιδιοκτήτη του νερόμυλου.
- Αυτός ποιός είναι;
- Ο κύριος Μάκης!
- Και φοράει κόκκινα γυαλιά!
- Ξεκινάμε λοιπόν: Μια φορά κι έναν καιρό ο κ. Μάκης ήθελε να πάει στην πόλη. Είχε και 4 κότες.
- Και έναν κόκκορα!
- Πώς κι έτσι;
- Κάποιος πρέπει να ελέγχει το κοτέτσι. Η μαύρη.
- Η μαύρη είναι ο κόκκορας;
- Είναι κότα.
- Τότε;
- Είχε 4 κότες. Μία την αντάλλαξε με έναν σκύλο, τη δεύτερη τη χάρισε, την τρίτη την έσφαξε για να έχει να τρώει και την τέταρτη τη δώρισε. Κι όπως πήγαινε ήρθε μια αρκούδα και τον έφαγε.
- Καλά και ο σκύλος, τί έκανε;
- Τον έφαγε κι αυτόν.
- Μα, καλά ακόμα δεν άρχισε η ιστορία και πάει;
- Ε τότε καβάλησε το σκύλο του και προχώρησε.
- Τί σκύλος ήταν αυτός;
- Μολοσσός!

Παραμύθι ομάδας νέων - Πάχνη, "Περάσματα", 3η βδομάδα θερινών ΔΕΝ 2013

Η πριγκίπισσα που κυνηγούσε

perasmata 56Κάποτε ήταν ένας πιτσιρίκος που πήγε στο παλάτι μιας πριγκίπισσας για να τη συναντήσει. Η πριγκίπισσα ήταν έγκυος σε πέντε μωρά και η κοιλιά έφτανε από το Δέκαρχο μέχρι την Ξάνθη.  Η πριγκίπισσα που λέτε έφυγε να πάει για κυνήγι να πιάσει λαγούς. Στο δρόμο που πήγαινε, μέσα στο μεγάλο δάσος, συναντά δύο κλέφτες. “Είσαι τρελή;”, της λένε. “Πήγαινε γρήγορα σπίτι σου!”. Εκείνη όμως δεν ήθελε κι επειδή τη λυπήθηκαν της έδωσαν ένα γάιδαρο. Κι όπως πήγαινε με το γάιδαρο, είδε τρεις λαγούς, τους πυροβόλησε και τους σκότωσε. Θα είχε σκοτώσει κι έναν ακόμα, αν δεν είχε χαλάσει το όπλο της…

Κι εκεί που πήγαινε με τους λαγούς, το γάιδαρο και το χαλασμένο όπλο, την πιάνουν οι πόνοι και γεννά τα δύο από τα τρία μωρά. Αυτά πάλι, αν και μωρά, περπάτησαν αμέσως κι άρχισαν να τρέχουν σε άλλη κατεύθυνση το καθένα. Μάταια η πριγκίπισσα προσπάθησε να τα πιάσει. Και πάνω που έτρεχε από την πολύ τρεχάλα γεννά και τ’ άλλα τρία. Όπως και τα πρώτα δύο, άρχισαν αυτά να τρέχουν. Μπροστά τα 5 μωρά – αλλού γι’ αλλού το καθένα – και πίσω τους η πριγκίπισσα. Πείνασαν τα μωρά κι αντί να πιουν γάλα, φάγαν τους τρεις λαγούς και στη συνέχεια το γάιδαρο.

Πεινασμένοι όπως ήταν όλοι τους, άρχισαν ν’ αναζητούν τρόπο να επιστρέψουν στο σπίτι τους, δηλαδή στο παλάτι. Είχαν όμως χαθεί.

Για καλή τους τύχη βρήκαν μπροστά τους το Νασρεντίν Χότζα που τους πρότεινε ν’ ακολουθήσουν τον ήλιο. Ποιόν ήλιο όμως, αφού υπήρχαν δύο; Ο ένας ήταν πορτοκαλής και ο άλλος κίτρινος. Ο πορτοκαλής ήταν ο κακός ήλιος και ο κίτρινος ο καλός. Ακολούθησαν λοιπόν τον κίτρινο.

Κι έτσι έφτασαν όλοι μαζί – η πριγκίπισσα και τα πέντε μωρά, άνευ γαϊδάρου και λαγών – στο παλάτι. Ε, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παραμύθι ομάδας νέων - Δέκαρχο, "Περάσαμτα", 1η βδομάδα Θερινών ΔΕΝ 2013

Παρα-ποτάμια παρα-μύθια

nestories13 01

Τα παραμύθια δίπλα στο ποτάμι δημιουργήθηκαν στη δράση των Θερινών ΔΕΝ 2013.

Καθώς οι νέοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, δημιούργησαν ξεχωριστές παρέες – ή “φυλές”, αποκτώντας έτσι μία δικιά τους ταυτότητα μέσα στο τοπίο του Νέστου που φιλοξένησε τη δράση.

Η μυθοπλασία έγινε οδηγός για κάθε ομάδα καθώς εξερευνούσε το δικό της μονοπάτι βιωμάτων.

Κάντοντας ένα κλικ στην εικόνα, ταξίδεψε μαζί με τις διαπολιτισμικές "φυλές του Νέστου", με οδηγούς έντεκα παρα-ποτάμια παρα-μύθια.

Ο σεβντάς και η σκιά του

perasmata 06Κάποτε ο Σεβντάς καθόταν σε ένα παγκάκι όταν πέταξαν από πάνω του κάτι πουλιά. Τον ρώτησαν “που είναι η σκιά σου;”. Κοίταξε το πλατάνι δίπλα του και τους εξήγησε πως πέρασε ένας καπετάνιος, τους την έκλεψε και την έκανε καράβι. Μ’ αυτήν ταξιδεύει τη θάλασσα.

Όντως ο καπετάνιος ταξίδευε με τη σκιά του Σεβντά-καράβι σε μια άγρια θάλασσα, όταν πείνασε. Άρχισε να ψάχνει μπας και βρει ένα καρπούζι να φάει. Ήταν όμως σκοτεινά, το καρπούζι το είχε φάει η γάτα κι αντ’ αυτού έφαγε ένα μπαλόνι. Φούσκωσε, φούσκωσε, φούσκωσε κι έκανε μπαμ! Πάει το μπαλόνι, πάει ο καπετάνιος, πάει και η σκιά-καράβι.

Από τότε ο Σεβντάς έχασε τη σκιά του. [Μια δική μας υπόθεση είναι ότι έτσι ξεβάρυνε λίγο, άλλοι πάλι υποθέτουν ότι ο Σεβντάς πλέον δίχως σκιά σε πλησιάζει απαρατήρητος. Το νου σας!]

Παραμύθι ομάδας νέων - Ίασμος, "Περάσματα", 2η βδομάδα Θερινών ΔΕΝ 2013

Ποτέ μη δαγκώσεις ουρά γοργόνας

perasmata 099Ήτανε κάποτε μία αρκούδα, ένας σκύλος κι ένας λαγός, που σχεδίαζαν να ψαρέψουν το φίλο τους το ψάρι από τα νερά του ποταμού για να το φάνε. Πλησίασαν και η αρκούδα έβγαλε από την τσέπη της ένα μαχαίρι, ο σκύλος ένα ψαλίδι κι ο λαγός είχε κοφτερά μπροστινά δόντια. Όπως πλησίασαν τον κάρφωσαν στην ουρά που εξείχε από το νερό (και ήταν μεγάλη!) με το μαχαίρι, το ψαλίδι και τα δύο μπροστινά δόντια, όμως για κακή τους τύχη η ουρά ανήκε σε μια γοργόνα.

Τσαντισμένη αυτή γύρισε προς το μέρος τους και φύσηξε δυνατά σαν τον αέρα κι αυτοί άρχισαν να μικραίνουν και να μικραίνουν και να μικραίνουν μέχρι που έγιναν κουνούπια! Ευτυχώς η αρκούδα στην άλλη της τσέπη είχε λίγο μαύρο πιπέρι, το πέταξε στον αέρα, η γοργόνα φτερνίστηκε και οι τρεις τους γλίτωσαν.

Από τότε έμαθαν να μην τρώνε τους φίλους τους γιατί ποτέ δεν ξέρεις σε τι μπελάδες μπορεί να σε οδηγήσει αυτό.

- Παραμύθι ομάδας νέων - Γεννησέα, "Περάσματα", 3η βδομάδα Θερινών ΔΕΝ 2013

 

Πώς ο ποταμός συνάντησε τη ροή του

Κάποτε τα ποτάμια ήταν ακίνητα. Διέσχιζαν σα φλέβες από μολύβι τη γη και τα νερά τους ήταν βαριά και γκρίζα. Κάθε πλάσμα που επιθυμούσε να πιεί νερό, δεν είχε ν’ ανησυχεί πως θα το βρει. Χειμώνα-καλοκαίρι, μέρα ή βράδυ, με βροχή ή με ήλιο, οι ποταμοί παρέμεναν ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Υπήρχε κι ένας ποταμός λίγο διαφορετικός. Όλο και πήγαινε να ξεχειλίσει κατά τη μία ή την άλλη μεριά, πέρα από τη συνηθισμένη κοίτη του, αλλά οι άνθρωποι των χωριών τριγύρω είχαν το νου τους κι όταν χρειαζόταν έσπευδαν με φτυάρια κι αξίνες, σακιά άμμο και πέτρες να επαναφέρουν τη μορφή στο άμορφο όπως λέμε. Την ίδια μορφή πάντα.

Σ’ ένα από τα χωριά ζούσε μια γυναίκα. Όλοι την ήξεραν, μα κανείς δεν την γνώριζε. Ορισμένοι έλεγαν ότι μιλά πολύ κι άλλοι έλεγαν λίγο, κάποιοι υποστήριζαν πως αγαπά τους ανθρώπους, άλλοι πάλι πως δεν της καίγεται καρφί. Είχε μαλλιά μακριά: ήταν λευκά σαν το χιόνι, κόκκινα σαν τον πηλό, καστανά σαν τη γη, μαύρα σαν το κάρβουνο, ξανθά σαν τον ήλιο, γκρίζα σαν τα σύννεφα που τον σκεπάζουν ορισμένες φορές. Μα πιο παράξενα ήταν τα μάτια της: άλλαζαν χρώμα δέκα χιλιάδες φορές μέσα στη μέρα. Κι άλλοτε ήταν γαλήνια, άλλες φορές τρικυμισμένα.
Κατέβαινε συχνά στον ποτάμι. Μετακινούσε βότσαλα, ανασκάλευε το χώμα, μιλούσε με τα δέντρα – τα μόνα που ήταν δυσαρεστημένα με την ακινησία των ποταμών στον κόσμο ως είχε – παρατηρούσε τα πουλιά να πετούν ή τα ουράνια σώματα να εναλλάσσονται με απρόβλεπτη ακρίβεια, αδιάφορα, στον ουρανό. Στο χωριό την κοιτούσαν λοξά. Ποτέ κατάματα. «Δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει;», αναρωτιόντουσαν. Κι έφτιαχναν ιστορίες γι’ αυτά που δε γνώριζαν. Μα το χειρότερο ήταν πως τις πίστευαν κιόλας!

Κάποια νύχτα, η γυναίκα περπατούσε στην όχθη του ποταμού. Άκουσε έναν ψίθυρο. Ο ψίθυρος έγινε φωνή. Μούγκρισε σχεδόν!

«Βοήθησέ με», της είπε.

«Να σε βοηθήσω, αλλά πώς;», ρώτησε αυτή.

«Εσύ είσαι το κλειδί», ήρθε η απάντηση.

«Να σε βοηθήσω, αλλά γιατί;», ξαναρώτησε.

«Να ταξιδέψω», της είπε αυτή τα φορά η φωνή και η γυναίκα πρόσεξε τ’ ακίνητα μολυβένια νερά του ποταμού και κατάλαβε. Ή έτσι νόμιζε.

Μάταια προσπάθησε να βρει έναν τρόπο. Στην αρχή, έσκαψε τη μια δεξιά και την άλλη αριστερά. Έπειτα στάθηκε να περιμένει τη βροχή μπας και οι σταγόνες της πουν τι να κάνει. Μα εκείνες μόλις ακουμπούσαν το ποτάμι βάραιναν, σκούραιναν, γίνονταν ένα με το πηχτό μολύβι των νερών του, σιωπούσαν. Παρακάλεσε τον ήλιο, παρακάλεσε και το φεγγάρι μα δεν αποκρίθηκαν στις εκκλήσεις της. Προσευχήθηκε σε κάθε τι άυλο. Έπιασε τους συγχωριανούς της να ζητήσει βοήθεια. Κάποιοι την περιγέλασαν, άλλοι αδιαφόρησαν, ορισμένοι ανησύχησαν.

Οι μέρες περνούσαν, οι εποχές επίσης. Ο ποταμός φυλακισμένος στην ακινησία του κι εκείνη στην ανημποριά της. Ή έτσι νόμιζε.

«Τι σόι κλειδί είμαι;», ρωτούσε τον εαυτό της. Δεν καταλάβαινε. Είχαν περάσει πλέον τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν, οι σοδειές εναλλάσσονταν, τα πλάσματα της γης και τ’ ουρανού πότε πλήθαιναν και πότε λιγόστευαν.

Ήταν νωρίς το πρωί εκείνη τη μέρα. Μόλις που είχε χαράξει. Η αυγή στόλιζε τον ουρανό με χρώματα, να υποδεχθεί με τιμές τη ζωή που ξυπνούσε. Η γυναίκα στάθηκε κάτω από ένα δέντρο, ακούμπησε στον κορμό του, δεν είπε κουβέντα. Απλώς στεκόταν. Κι άξαφνα γνώριζε.

Προχώρησε στον ποταμό. Έβαλε τα πόδια της δισταχτικά στα νερά του και τα νερά ανασάλεψαν. Προχώρησε μέχρι τα γόνατα και τα νερά κυμάτισαν. Ένα βήμα ακόμα και τώρα το νερό της έφτανε μέχρι τη μέση και βαφόταν κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, αναστέναζε, σιγομουρμούριζε, ξεφυσούσε. Κι έπειτα μια απλωτή και το νερό της έφτανε τους ώμους κι αντάριασε, έγινε διάφανο, γαλάζιο, πράσινο, μαβί, ασημένιο, χρυσό, κινήθηκε μέχρι τις ρίζες των γύρω δέντρων, τα πότισε καλά-καλά να ξεδιψάσουν. Τα μαλλιά της απλώθηκαν στην επιφάνεια του νερού, τα στήθη της ανασηκώθηκαν κι έπειτα βούλιαξαν, χαμογέλασε. Και πλέον δε διέκρινες ίχνος της γυναίκας στο νερό: βυθισμένη μέσα του ούτε που τολμούσε ν’ αναπνεύσει στην αρχή, έπειτα ελευθέρωσε τον αέρα από τους πνεύμονές της και καλωσόρισε το νερό. nestosWk4 40Μεμιάς ο ποταμός ξεχύθηκε αριστερά και δεξιά, άλλαξε πορεία, σχημάτισε δίνες κι αμμούδες, προσκάλεσε τα πουλιά να βρέξουν τα φτερά τους στα νερά του, τα δέντρα να πιουν μ’ ευχαρίστηση, τα λουλούδια ν’ ανθίσουν.

Κανείς δεν ξαναείδε τη γυναίκα. Οι άνθρωποι στην αρχή απορούσαν, μετά την ξέχασαν. Έτσι συμβαίνει συνήθως. Καταγίνονταν άλλωστε με το ποτάμι τους. Ήταν απρόβλεπτο πλέον, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο αυτό τους άρεσε. Και πράγμα παράξενο: καμιά φορά νόμιζαν πως διέκριναν στα νερά του τη φιγούρα μιας γυναίκας να κολυμπά εντός του: ίδια με κύμα, με χέλι, με φως που ιριδίζει. Αλλά κι ο ποταμός δεν παραπονιόταν πια: είχε συναντήσει τη ροή του. Και μαζί μ’ αυτόν την είχε συναντήσει και κάθε άλλο ποτάμι που γνωρίζετε.

Το παραμύθι δημιουργήθηκε από την Τίνα Λυγδοπούλου - μέλος του δικτύου συνεργατών των ΔΕΝ. Η  πρώτη του αφήγηση σε κοινό έγινε στη Γαλάνη, τον Ιούλιο 2003, σε εκδήλωση που οργανώθηκε σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Γαλάνηςως μέρος της θερινήςδράσης "Περάσματα" .

 

Η φανέλα του καπετάνιου

Μια διασκεδαστική-διδακτική ιστορία γώρω από θέματα κατασκευαστικής επιμονής, και τα απρόοπτα μαθήματα που διδάσκει ένα πεδίο που αναζητά λειτουργικές δομές ως προϋπόθεση (επι)πλεύσης σε θάλασσες συνύπαρξης. Ιστορία-δημιουργία της δράσης "Περάσματα" των Θερινών ΔΕΝ 2013.

Απ' το σεντούκι της γιαγιάς: το ταξίδι της ονειροπαγίδας

 nestos2003 sonia dreamcathcer... Πάνε 9 χρόνια από τότε που μια ομάδα 9 εφήβων έπλεξε μια ονειροπαγίδα με βιώματα δικά της. Στις "Ίστορίες των 9" πλέκουν το νήμα της ονειροπαγίδας. Τι απέγινε η ονειροπαγίδα άραγε; Πώς να έμοιαζε η ζωή της μετά την Αυγουστιάτικη εκείνη ημέρα του 2003 όταν οι νέοι την παρέδοσαν στο Νέστο; Από το σεντούκι της γιαγιάς σήμερα, μοιραζόμαστε μαζί σας μια αφήγηση που γεννήθηκε την άνοιξη του 2004, όταν ένας απ' τους εφήβους αποφάσισε να αφηγηθεί την ιστορία της ονειροπαγίδας...

H ONEIPOΠAΓIΔA

Ο Tομ ζει στις όχθες του ποταμού Nέστου μαζί με τους γονείς του και τις 7χρονες, δίδυμες αδελφές του. Αυτή η οικογένεια ζούσε ειρηνικά και χωρίς ιδιαίτερες σκοτούρες. Ο πατέρας δούλευε στα χωράφια και η μητέρα του φρόντιζε το σπίτι. Ο Tομ είναι ένα καθημερινό παιδί που περνάει την εφηβεία του με τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες ανησυχίες. Κάποια μέρα που ο Τομ μαζί με το Nίκο και τον Πέτρο, τους δύο κολλητούς του, έκαναν μία μικρή εξερεύνηση στα νερά του Nέστου βρήκαν κάτι στρογγυλό που έμοιαζε με ρόδα. Αμέσως του ρωτάει: "Tι είναι αυτό;" Εκείνοι απόμειναν κοιτάζοντας το σαν να έπεσε από τη Σελήνη. Μετά ο Nίκος απάντησε, "Δε ξέρω αλλά μοιάζει να το έχει πλέξει αράχνη." Αμέσως τραβήχτηκαν. Μετά ξαναμίλησε ο Tομ, "Κοιτάξτε έχει ένα σακουλάκι και κάτι άλλα πράγματα πάνω του." Μετά απάντησε ο Πέτρος, "Ας το πάμε έξω να το δούμε καλύτερα."

Προχώρησαν ως την ακτή αλλά όταν έφτασαν στις πέτρες και ήταν έτοιμοι να το βγάλουν το ρεύμα αγρίεψε και άρχισε να κινείτε με περισσότερη δύναμη, μετά από λίγο σταμάτησε η ορμητικότητά του και μπορούσαν να το δουν με την ησυχία τους. Τράβηξαν από τον "τροχό", όπως τον είχαν ονομάσει, όλα τα μικροπράγματα που είχε κολλημένα πάνω του. Ήταν περίπου εφτά πράγματα: ένα κανό, ένα σακουλάκι φύλλα, κάτι χαρτάκια, ένα σκαλισμένο ξύλο με το "9" κ.α. Μετά άρχισαν να συζητάνε κάνοντας διάφορες σκέψεις για το τι πρόκειται. Στο τέλος ο Tομ είπε, "Λέω να το αφήσουμε στο ποτάμι γιατί μπορεί να προορίζεται για κείνο." Και πήρε ως απάντηση από το Nίκο, "Μη λες βλακείες αποκλείεται να 'ναι για το ποτάμι, εννοώ ποιος θα έδινε κάτι τέτοιο στο ποτάμι;" Και ο Tομ συμφώνησε με μία κατάφαση, αλλά μέσα του δεν το πίστευε αυτό γιατί ήξερε το ποτάμι, είχε μεγαλώσει κοντά του· ο Nίκος είχε έρθει από ένα γειτονικό χωριό, ήξερε την κάθε του στιγμή είτε ήταν άγριο είτε ήρεμο και τα συναισθήματά του καμιά φορά συνέπεφταν με του ποταμού γιατί όποτε είχε ακεφιές το ποτάμι ήταν μονότονο και αχανές.

Ύστερα ήρθε το απόγευμα και ο Tομ αποφάσισε να πάει στο σπίτι του για να σκεφτεί ένα θέμα που τον απασχολούσε, το σχολείο. Ο Tομ ήταν ένας μέτριος μαθητής και είχε κλίση στα αρχαία. Πηγαίνοντας προς το σπίτι του άκουσε μία παρέα φοιτητών να συζητάει. Και άκουσε τη λέξη "…ονειροπαγίδα…". Τότε αυτή η λέξη του έμοιαζε με κάτι και έκανε τον κόπο να ρωτήσει, "Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Συγνώμη που μπήκα έτσι στη συζήτησή σας." Τότε ο ποιο μεγάλος του απάντησε, "Όταν μία παρέα ήρθε να περάσει μέρες ξεγνοιασιάς στο Nέστο έκανε μία ονειροπαγίδα, ονειροπαγίδα είναι ένας τροχός με πλέξη σαν της αράχνης όπου τοποθετείς κάποια συμβολικά πράγματα για εκείνη τη μέρα που πέρασε." Τότε ο Tομ απάντησε, "Έχω βρει κάτι παρόμοιο στο ποτάμι και μου κίνησε την περιέργεια. Τότε οι φοιτητές άρχισαν να κατευθύνονται προς το ποτάμι μετά από πέντε λεπτά έφτασαν και είδαν την ονειροπαγίδα ακουμπισμένη σε ένα βράχο. Μετά ρώτησαν τον Tομ, "Που τη βρήκες;" Εκείνος τους είπε όλη την ιστορία και εκείνοι άκουγαν με ενδιαφέρον. Στο τέλος ρώτησε ο Tομ, "Ξέρετε τα παιδιά που τη δημιούργησαν;" Εκείνα απάντησαν με ένα "όχι". Μετά ξαναμίλησε το μεγάλο το παιδί, "Και είπαν ότι άμα βρουν κάποιοι την ονειροπαγίδα τους να την αφήσουν στο Nέστο να την πάρει μακριά." Τότε ο Tομ πετάχτηκε σαν ελατήριο άρπαξε την ονειροπαγίδα και την πέταξε στο ποτάμι και μετά είπε, "'Όποιος τη βρει ας την αφήσει να βρει τον προορισμό της." Είπε αυτά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του.

Συνεχίζεται…

- Δημήτρης Πολυχρόνης για το Δ.E.N.

Απ' το σεντούκι της γιαγιάς: το τοπίου του Νέστου αφηγείται

Το τοπίο του Νέστου εκφράζεται μέσα απ' την φαντασία μας

Για μία βδομάδα - το καλοκαίρι του 2003 - 9 έφηβοι συναντάν ο ένας τον άλλον σε μια διαπολιτισμική κατασκήνωση στα Λιβερά του Νέστου (2003), κι έρχονται σε συναλλαγή μεταξύ τους αλλά και με το φυσικό τοπίο που τους περιβάλλει. Ο Νέστος - ένα σύνθετο τοπίο μεγάλη βιοποικιλότητας - τους προσκαλεί:

"Κλείσε τα μάτια και εστίασε σε έναν ήχο που σου τραβάει τη προσοχή. Μελέτησέ τον καλά. Άφησε ένα μέρος του σώματός σου να μεταφράσει τον ήχο σε κίνηση. Σιγά-σιγά, άφησε ολόκληρο το σώμα σου να ακολουθήσει σε κίνηση. Άφησε στη φαντασία σου να δημιουργηθεί η εικόνα μιας φιγούρας που κάνει αυτή τη κίνηση, που είναι αυτή η κίνηση. Φαντάσου αυτή τη φιγούρα σε λεπτομέρεια, μέχρι που να έχεις ξεκάθαρη εικόνα. Άνοιξε τα μάτια, ζωγράφισε τη φιγούρα στο χαρτί με δακτυλομπογιές, όπως την φαντάστηκες. Σε μικρές ομάδες των 3ων ατόμων, παρέα με τις τρεις φιγούρες σας - αφήστε να βγει μία ιστορία, δημιουργήστε ένα παραμύθι."

Οι 9 έφηβοι ανταποκρίνονται στο κάλεσμα - δίνοντας φωνή στο τοπίο του Νέστου - κι αφηγούνται τις ιστορίες του(ς)...

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ένα παραμύθι συναλλαγής ενός πλανήτη, μιας νεραϊδας, κι ενός δράκου

Ο ΣΙΔΕΡΑΣ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΥ

ένα παραμύθι συναλλαγής ενός ποταμού, ενός σιδερά, και του μεταλλεύματος

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ

ένα παραμύθι συναλλαγής ενός ανθρώπου, μιας νεραϊδας, κι ενός δέντρου

Απ' το σεντούκι της γιαγιάς: "Ισορίες των 9"

Το σεντούκι της γιαγιάς των ΔΕΝ είναι γεμάτο από αφηγήσεις! Μια μικρή γεύση έρχεται απ' την πρώτη δράση "Ακολουθώντας τη Ροή" του 2003. Η πρώτη ομαδα εφηβων κατασκήνωσε στα Λιβερά - δίπλα στο Νέστο - για μια βδομάδα.

Προσκαλώ την ομάδα να εκφράσουμε δημιουργικά την εμπειρία μας των ημερών, κι η ομάδα ανταποκρίνεται. Δημιουργούμε το ποτάμι (σε εννιά κομμάτια χαρτόνι που κατασκευάσαμε από εφημερίδα & νερό, που μαζί φτιάχνουν ένα σύνολο). Ζωγραφίζουν με δακτυλομπογιές, ήσυχα αλλά όχι σιωπηλά. Ενώνουμε τα κομμάτια. Ακολουθώντας το νήμα: συζητάμε για τα σημερινά βιώματα, το πώς ανταποκριθήκαμε στη δοκιμασία της κατάβασης, γίναμε ομάδα, βρίσκουμε ενδιαφέρον ότι ήμασταν 9 κανό, είναι 9 άτομα στην ομάδα των νέων, 9 κομμάτια του ποταμού, 9 ψηφία στο A.Φ.M. (Άλογο-Φωτιά-Μονοπάτι, ένα απ' τα σύμβολα ημερών της ονειροπαγίδας) - επαναλαμβάνεται το εννιά (πολλαπλάσιο του τρία, ο πρώτος αριθμός ομάδας, σύμβολο της ζωής σε πολλές παραδόσεις), κατασταλάζουμε στο σύμβολο της ημέρας (εννιά), το δημιουργούμε και το κρεμάμε στον ιστό. Γράφουμε γύρω από το ποτάμι τις 6 λέξεις των ημερών - καλώ την ομάδα να αυτενεργήσει δημιουργώντας ένα παραμύθι της ομάδας που περνάει από όλες τις λέξεις με τη σειρά τους: υλικό, κανό, κουβάρι, AΦM, ποίημα, εννιά… Αφηγούνται έξι ιστορίες, διαφορετικές εκδοχές, συντονίζουν μόνοι τη διεργασία ομάδας με νοιάξιμο για τις σχέσεις τους, με προσπάθεια να αφήσουν χώρο να εκφραστεί ο καθένας, με προσοχή να ακούσουν τον άλλον, με προσπάθεια να γίνει ομαδική κουβέντα. Περνώντας από διάφορες εκδοχές (να ψηφίσουμε, να ακούσουμε όλες τις ιδέες και να συνθέσουμε, να δεχτούμε το καθένα όπως είναι ως προσπάθεια δημιουργίας ενός παραμυθιού… αποφασίζουν να ονομάσουν το παραμύθι: Iστορίες των Eννιά. Ο κύκλος του μύθου έχει κλείσει.

- Απόσπασμα από το ημερολόγιο της Άννης Βαισλείου – υπεύθυνης συντονισμού της δράσης

Η αφήγηση που ακολουθεί είναι μία απ' τις "Ιστορίες των Εννιά".

Άραγε που να ζουν οι νεραϊδες;

κόκκινη ομάδαΜια φορά και έναν καιρό είχε τρείς νεραΐδες και πέντε κενταύρους. Αυτοί ζούσαν μαζί και ευτυχισμένοι στο Νέστο. Ζούσαν στα παλιά πέτρινα σπίτια που είχαν φτιάξει όλοι μαζί στα βουνά και στα δάση. Μέχρι να έρθουν οι  πολεμιστές οι οποίοι με τα σπαθιά τους σκότωσαν τους κενταύρους. Οι κένταυροι όμως ήταν αθάνατοι και οι ψυχές τους μετατράπηκαν σε άνθρωπο και ζουν μαζί μας. Οι νεραΐδες τι λέτε να έγιναν, που ζουν;

Το ΔΕΝτρο των μπλε αστεριών

μπλε ομάδα«ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙΩΝ»

bluestory

 

... ένα παραμύθι για θεατρική παράσταση

 

 

 

 

ΟΙ ΡΟΛΟΙ:

ΔΕΝΤΡΟ
ΚΑΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙΑ
ΝΕΡΟ
ΦΡΑΓΜΑ
ΔΑΣΟΣ ΝΕΣΤΟΥ
ΚΑΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΚΑΚΟΣ: Πάμε να κόψουμε το δέντρο για το τζάκι.
ΚΑΚΟΣ:  Άκουσα κάτι!
ΚΑΚΟΣ: Τι άκουσες;
ΚΑΚΟΣ:  Άκουσα ότι το δέντρο του Νέστου έχει από κάτω θησαυρό!
ΚΑΚΟΣ: Πρώτα να κόψουμε αυτό το δέντρο, αν δεν βγει θησαυρός να το κόψουμε μόνο για το τζάκι.

ΔΕΝΤΡΟ: Μη με κόβετε, είμαι η ζωή σας, το οξυγόνο, η δροσιά… Σας  δίνω τους καρπούς μου, αν με κόψετε δεν θα τα έχετε όλα αυτά.

ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙΑ (προς ΔΕΝΤΡΟ)

ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙ: Γιατί είσαι στενοχωρημένο καλό μου δεντράκι, ποιοι σε κάνουν να πονάς τόσο πολύ;
ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙ: Θα προσπαθήσουμε να σε βοηθήσουμε. Θα ελευθερώσουμε το νερό από το φράγμα για να σου δώσει και πάλι ζωή.

ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙΑ (προς ΦΡΑΓΜΑ )

ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙ: Μπορείς να μας δώσεις λίγο νερό α να βοηθήσουμε το φίλο μας το δέντρο;

ΦΡΑΓΜΑ: Μπορώ να σας δώσω όσο θέλετε. Μόνο θα ήθελα να μου πείτε που θα το χρησιμοποιήσετε.
ΜΠΛΕ ΑΣΤΕΡΙ: Για να δώσουμε ζωή ξανά στο δάσος του Νέστου.

ΝΕΡΟ: Σας ευχαριστώ μπλε αστέρια που ανοίξατε το φράγμα για να περάσω. Τώρα μπορώ να κυλάω ελεύθερα όπου θέλω. Έτσι κι εγώ με τη σειρά μου θα ζωντανέψω ξανά το δάσος του Νέστου για να δώσει χαρά σε όλους.

ΔΑΣΟΣ ΝΕΣΤΟΥ:  Γεια σας, είμαι το δάσος του Νέστου που περίμενα τόσα χρόνια για να μου δώσει κάποιος τη βοήθεια για να ζήσω ξανά. Κι εγώ με τη σειρά μου θα προσφέρω ένα σπίτι για όλα τα ζώα και τους ανθρώπους της γης.

ΔΕΝΤΡΟ: Σας ευχαριστώ μπλε αστέρια. Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ θα σας χαρίσω τον θησαυρό μου για όλη αυτή τη βοήθεια που μου δώσατε. Σας προσφέρω την σκιά μου για να μπορείτε να ξεκουράζεστε.

Φίλοι και "φίλοι"

κόκκινη ομάδαΉταν μια νεραΐδα που την λέγανε Τίνκερμπελ. Αυτή η νεραΐδα ήρθε από πολύ μακριά και δεν την ήθελε κανένας για φίλη του. Όλες οι νεραΐδες είχαν ένα ταλέντο, μόνο η Τίνκερμπελ δεν είχε το δικό της ταλέντο και όλοι την κορόιδευαν και αυτή δεν το άντεχε αυτό και έτσι έφυγε, πήγε πίσω στην νεραιδοχώρα. Εκεί είχε πολλούς φίλους και την αγαπούσαν πολύ, όχι σαν τους άλλους (φίλους της) που την μισούσαν. Εκεί βρήκε τους φίλους της και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

1000 χρόνια πριν & 1000 χρόνια μετά

κόκκινη ομάδαΜια φορά και έναν καιρό,  χίλια χρόνια πριν στον ποταμό Νέστο...  Το νερό ήταν πολύ βαθύ και είχε πιράνχας. Τα πουλιά είχα γυναικείο κεφάλι. Στους θάμνους υπήρχαν πολλά φίδια και λιοντάρια στη γύρω περιοχή. Εδώ ζούσαν πολλά μυθικά πλάσματα όπως κένταυροι, μάγισσες και νεραΐδες. Η ζωή τους κυλούσε αρμονικά όμως μια μέρα ένας απαγορευμένος έρωτας γεννήθηκε:
Η νεραΐδα Λεϊλάνθη ερωτεύτηκε τον κένταυρο Νέσσο. Μαθαίνοντας αυτό οι μάγισσες θέλησαν να τους τιμωρήσουν μεταμορφώνοντας τους κενταύρους σε δέντρα και τις νεραΐδες σε πηγές. Όμως ο έρωτάς τους ήταν τόσο μεγάλος που οι μάγισσες δεν μπόρεσαν να τους χωρίσουν. Τα νερά των πηγών θα συνεχίσουν να κυλάνε στις ρίζες των δέντρων για πάνα. Άραγε μετά από χίλια χρόνια πού θα καταλήξει ο έρωτας αυτός;

1η εκδοχή: Τα μικρά ζωάκια του δάσους του Νέστου λυπημένα γι’ αυτό που έπαθαν οι νεραΐδες και οι κένταυροι, ζήτησαν από τις μάγισσες να τους ξανακάνουν έτσι όπως ήταν… Οι μάγισσες συγκινήθηκαν και τους έκαναν πάλι έτσι όπως ήταν… και ο έρωτας της νεραΐδας και του Κένταυρου συνεχίστηκε... Μετά από λίγους μήνες γεννήθηκαν κενταυράκια και νεραιδούλες!!! «Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…»

2η εκδοχή: Μετά από χίλια χρόνια, αυτόν τον έρωτα που δεν κατάφεραν να διαλύσουν οι μάγισσες, θα τον διαλύσει ένα τσουνάμι που θα καταστρέψει όλα τα δέντρα και θα μετατρέψει τις πηγές σε θάλασσες. Τότε πια δεν θα υπάρχει καμία ψυχή και κανένα ζωντανό πλάσμα πάνω στη γη, όλα τα δέντρα θα έχουν ξεριζωθεί και οι πηγές δεν θα έχουν την γλυκιά γεύση και την ομορφιά που είχαν.

3η εκδοχή: Χίλια χρόνια μετά μια καλή μάγισσα ελευθέρωσε τη νεραΐδα Λεϊλάνθη. Ο κένταυρος Χακίμ βλέποντας την πανέμορφη Λεϊλάνθη την ερωτεύτηκε. Η Λεϊλάνθη όμως θυμήθηκε τον παλιό της έρωτα και ζήτησε από την καλή μάγισσα να ελευθερώσει τον κένταυρο Νέσσο. Η καλή μάγισσα πραγματοποίησε την ευχή της νεραΐδας και ελευθέρωσε τον αγαπημένο της. Και έζησαν αυτοί καλά και  εμείς καλύτερα…

4η εκδοχή: Μια καλή μάγισσα απελευθέρωσε τους κενταύρους και τις νεραΐδες. Μόλις η κακία μάγισσα αντιλήφθητε ότι η καλή αδερφή της απελευθέρωσε το Νέσσο και τη Λεϊλάνθη, θύμωσε και θέλησε να φέρει τη συντέλεια του κόσμου. Τότε η καλή μάγισσα, μόλις έμαθε τα σχέδια της αδερφής της, μεταμόρφωσε το ερωτευμένο ζευγάρι σε αστερισμούς για να λάμπει η αγάπη τους για πάντα.

5η εκδοχή: Κάποια στιγμή μετά από χίλια χρόνια ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι ξεβράστηκε στις ρίζες του δέντρου. Εκεί ένα σκιουράκι το βρήκε και το πήγε σε μια παρέα παιδιών που είχαν τη σκηνή τους στις ρίζες του δέντρου. Ένα παιδάκι άνοιξε το μπουκάλι και διάβασε το μήνυμα το οποίο έγραφε ότι: «αν κάποιος πάει στα πιο ψηλά κλαδιά του δέντρου και πει ένα τραγούδι, τότε τα μάγια θα λυθούν και τα δέντρα θα ξανά γίνουν κένταυροι και οι πηγές νεραΐδες.» Έτσι και έγινε. Το πιο μικρό και ελαφρύ παιδί που ζούσε στη σκηνή ανέβηκε στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου και με γλυκιά φωνή τραγούδησε το μαγικό τραγούδι. Με τη τελευταία λέξη του τραγουδιού τα μάγια λύθηκαν και το παιδί βρέθηκε στη πλάτη του κενταύρου και η νεραΐδα βρέθηκε ξαπλωμένη στα πόδια του κενταύρου. Από τότε ζούνε στις ψηλές σπηλιές των βουνών και κάποιοι άνθρωποι που ζουν κοντά στο ποτάμι λένε ότι έχουνε δει και τα μικρά τους παιδάκια.

Το μαγικό λουλούδι

yellowΉταν από πριν πολλά...Ήταν πολλά...

Πριν από χρόνια γεννήθηκε ένα κοριτσάκι  αλλά μια μέρα ήρθε μια κακιά μάγισσα. Αυτό το μωρό ήταν μαγικό. Η μάγισσα άρπαξε το μωρό και το μεταμόρφωσε σε λουλούδι και γι’ αυτό το ονόμασαν «το μαγικό λουλούδι».

Τι με κάνει ευτυχισμένο;

κόκκινη ομάδαΜια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν πολύ στενοχωρημένος. το χωριό της κόκκινης ομάδας

Ήταν τόσο στενοχωρημένος που δεν μιλούσε με κανέναν και όλοι οι άλλοι άνθρωποι πίστευαν ότι είναι τρελός. Μια μέρα σηκώθηκε, άνοιξε την τηλεόραση και είδε έναν τραγουδιστή να τραγουδάει. Τότε άρχισε να χορεύει και βγήκε έξω στην πλατεία του χωριού χορεύοντας.

Οι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν και να χορεύουνε μαζί του. Αφού χόρεψαν για μισή ώρα ο στενοχωρημένος άνθρωπος έκλεισε την τηλεόραση και άρχισε να τους φωνάζει. Τους είπε ότι τόσο καιρό που ήταν στενοχωρημένος, κανείς δεν τον πλησίαζε να του μιλήσει, αλλά τώρα όλοι ήθελαν να χορέψουν μαζί του. Δεν τους ένοιαζε αν αυτός πεινάει, αν είναι άρρωστος ή αν πονάει κάπου.

Όμως, είχε στο μυαλό του ότι η μουσική τον κάνει ευτυχισμένο και αποφάσισε ότι κάθε μέρα για δύο ώρες θα ακούει μουσική.

Οι κένταυροι κι οι κουρσάροι

redΜια φορά και έναν καιρό οι κένταυροι με τους κουρσάρους πάλεψαν και εμφανίστηκε ένα γουρούνι. Οι κουρσάροι πεινούσαν πολύ αλλά οι κένταυροι έκλεψαν το γουρούνι και οι κουρσάροι (πειρατές) δεν βρήκαν τίποτα άλλο να φάνε και ήρθαν οι νεραΐδες. Οι κουρσάροι τρόμαξαν γιατί οι νεραΐδες ήταν γυναίκες των κενταύρων. Μετά οι κένταυροι με τα τόξα τους άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα στο καράβι των κουρσάρων και το καράβι βούλιαξε.

Η νεραϊδα κι ο κένταυρος

yellowΜια φορά και έναν καιρό υπήρχε μια νεραΐδα που τη λέγανε Λεϊλάνθη και ζούσε στο ποτάμι δίπλα στο δάσος. Μια μέρα η νεραΐδα βούτηξε στο ποτάμι και βρήκε ένα κολιέ του ήλιου… φοβήθηκε να μην το βρει κάποιος άλλος και το έκρυψε. Το ποτάμι που το έκρυψε το λέγανε Νέστο. Ο Νέστος ήταν πρίγκιπας που ο κένταυρος Νέσσος τον μεταμόρφωσε σε ποτάμι. Ο πρίγκιπας ήθελε να σκοτώσει τη Λεϊλάνθη για να πάρει το κολιέ του ήλιου και τότε ο κένταυρος του είπε:

«Τα χώματα από τα βουνά θα τρως και θα τα παίρνεις στην υγρή πλάτη σου την άμμο θα κουβαλάς… δώρα των πουλιών και των δέντρων θα παρασέρνεις... Και σαν θα τελειώνει το ταξίδι σου θα γίνεσαι αλμυρός…».

Κάποτε ο κένταυρος ήταν ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος και πολύ κακός, τόσο κακός που δεν βοηθούσε τους φτωχούς ανθρώπους. Έτσι μια μέρα ένας ζητιάνος του ζήτησε ένα ποτήρι νερό και ο κένταυρος δεν του το έδωσε. Τότε ό ζητιάνος που ήταν μάγος του είπε: «θα σε μεταμορφώσω μισό άνθρωπο και μισό άλογο. Θα έχεις μαγικές ικανότητες αλλά ποτέ ξανά στη ζωή σου δεν θα γίνεις άνθρωπος». Ο ζητιάνος μεταμορφώθηκε σε αετό, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε…yellowart

Μια μέρα ο κένταυρος, που είχε μαγικές δυνάμεις, παγίδευσε τη νεραΐδα στο ποτάμι. Μετά κάτι παιδιά πήγαν στο ποτάμι και συνάντησαν τη νεραΐδα όπου τους ζήτησε να την ελευθερώσουν, αλλά τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί τα έλεγε στη γλώσσα των ξωτικών. Ένα όμως πολύ καλό παιδί την κατάλαβε και έτσι η νεραΐδα τους οδήγησε στον κένταυρο και ο κένταυρος τους έδωσε το μαγικό κουτί όπου απελευθερώθηκαν οι δυνάμεις της νεραΐδας .

Η νεραΐδα ξανά έγινε άνθρωπος και άρχισε να ζωγραφίζει. Ζωγράφιζε τα ποτάμια, τα βουνά, τα δέντρα, την άμμο, τις πέτρες, τα σύννεφα, τον ουρανό, τα πουλιά, τα ξύλα. Μόλις τελείωσε τον πίνακα έγινε κάτι μαγικό…

Ο κένταυρος βλέποντας τον πίνακα της νεραΐδας την ερωτεύτηκε και έγινε ένα θαύμα. Τα μάγια λύθηκαν αμέσως και ο κένταυρος έγινε ένας όμορφος και καλός πια άνδρας. Αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους με τη νεραΐδα και από τότε ζούνε μέσα στο δάσος του Νέστου πολύ ευτυχισμένοι. Και όταν κάποια ομάδα παιδιών έρθει στο ποτάμι τα μαζεύουν όλα μαζί, τους διηγούνται την ιστορία τους και τους βάζουν να λύσουν τον γρίφο που κάποτε έζησαν εκείνοι.